Δημιουργώντας άλλοθι: η υπόθεση του Αρχιραβίνου Κόρετς

ο πόλεμος στη Θεσσαλονίκη δημιούργησε μια παράδοξη κατάσταση όπου ένα μέρος της, οι Ελληνες Χριστιανοί, υπήρξαν ταυτόχρονα θύματα και θύτες. Οι Ελληνες Εβραίοι μεταπολεμικά αναγκάστηκαν να αναπτύξουν ένα δημόσιο λόγο που αναγνώριζε τη πρώτη ιδιότητα των συμπολιτών τους, ενώ τους επιβλήθηκε για λόγους επιβίωσης η αποσιώπηση του δεύτερου. Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός παράλληλου κόσμου όπου οι υπαρκτοί άνθρωποι υπήρχαν μόνο ως εργαλεία επιβεβαίωσης της αλήθειας της χριστιανικής πλειοψηφίας. Αυτό το άρθρο αντιμετωπίζει μια τέτοια περίπτωση. Οι όποιες απορίες που μπορεί να δημιουργηθούν όσο αφορά τα γεγονότα που συνοπτικά αναφέρω που αφορούν μεσεγγυούχους, Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, Αρχαιολογική Υπηρεσία κοκ θα καλυφθούν από μελλοντικά κείμενα – μαγιόρ ρισόν

Η άποψη οτι η Ιστορία δεν είναι παρά ένα σύγχρονο κατασκεύασμα που συνεχώς εξελίσσεται και επανερμηνεύεται δεν είναι προφανώς μια καινοφανής άποψη ανάμεσα στους ιστορικούς. Αποτελεί, όμως, αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα οτι η πρόσφατη ιστορία της Θεσσαλονίκης έχει φτάσει στην εποχή του ρεβιζιονισμού και πλεον του κόντρα-ρεβιζιονισμού χωρίς να έχουμε περάσει καν από το αρχικό στάδιο της καταγραφής. Με άλλα λόγια έχει φτάσει σε σημείο της κριτικής αξιολόγησης των ιστορικών γεγονότων, χωρίς όμως ακόμα να έχουμε μια και έστω μερική εικόνα για τα ίδια τα γεγονότα.

Θύμα αυτής της σύγχισης είναι το κατά τα άλλα αξιόλογο άρθρο του Γιάννη Γκλαρνέτατζη, στον οποίο οφείλω να δώσω τα συγχαρητήρια μου για την επιμελή προσπάθεια να πλησιάσει στο παρελθόν που είναι παρών στην καθημερινότητα μας.

Το άρθρο ασχολείται με την σταδιοδρομία του Αρχιραβίνου της Θεσσαλονίκης Σεβή (ή Τσβι) Κόρετς από την στιγμή της αποδοχής της θέσεως, μέχρι το θάνατο του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν Μπέλσεν, το λάγκερ των πριβιλετζιάδος όπως έλεγαν οι παππούδες μου που είχαν βρεθεί στο στρατόπεδο εξόντωσης του Αουσβιτς Μπίρκεναου (Auschwitz II) και Αουσβιτς Μπούνα (ΑuschwitzIII) αντίστοιχα, (οι άλλοι κατέφυγαν στα Πιέρια ή/και στον ΕΛΑΣ).
Είναι ένα καλό κείμενο που χρησιμοποιεί σχεδόν όλες τις διαθέσιμες πηγές προσβάσιμες στον ελληνόφωνο/αγγλόφωνο ερευνητή. Ακολουθεί μια ισορροπημένη προσέγγιση σε ότι αφορά τα γεγονότα – λιγότερο στην κριτική αξιολόγηση τους – και αποτελεί με διαφορά οτι καλύτερο μπορεί στα ελληνικά στο Διαδίκτυο για τον Κόρετς. Το μόνο σημαντικό πραγματολογικό λάθος που εντόπισα είναι η επιμονή στην μη αναγνώριση της βενιζελικής φύσης του σαλονικιώτικου αντισημιτισμού: παράδοξο ή μη, η συντηρητική παράταξη της εποχής ήταν το ουσιαστικό ανάχωμα ενάντια σε ένα επιθετικό βενιζελισμό που ζητούσε ακόμα και την εκτόπιση των ντόπιων εβραίων προς όφελος των χριστιανών που στην συντριπτική πλειοψηφία τους είχαν μόλις έρθει. Κάτω από αυτό το πρίσμα οι επαφές του Κόρετς με Μεταξά και Γεώργιο είναι τόσο εύλογες όσο και μονόδρομος.

Εβραίοι περπατάνε ανάμεσα σε Χριστιανούς καθ΄οδός προς τα τρένα για το Αουσβιτς/πηγή: Εβρ.Μουσείο

Επί της Εγνατίας, οι Εβραίοι περπατάνε ανάμεσα σε Χριστιανούς καθ΄οδός προς τα τρένα για το Αουσβιτς/πηγή: Εβρ.Μουσείο

Δυστυχώς όμως κάνει το λάθος και πραγματεύεται δυο διαφορετικά πρόσωπα μεταξύ τους ως ένα: τον πραγματικό Κόρετς – τον Αρχιραβίνο Κόρετς που in flesh and blood – έπαιξε ένα ρόλο στο Ολοκαύτωμα με τον τεχνητό “οι εβραίοι προδόθηκαν από τους ίδιους τους ραβίνους” Κορετς. Ο ένας είναι πεδίο έρευνας των ιστορικών, ενώ ο άλλος είναι μια προβολή εβραίων θυμάτων και χριστιανών συνεργών/θεατών και κατά συνέπεια διαμορφώνεται από αυτούς.

Ο flesh and blood Κόρετς αποτελεί μια φάση της μεθοδολογίας που που αποσκοπούσε στην συγκέντρωση, εξόντωση και ολοκληρωτική εξαφάνιση της εβραϊκής παρουσίας στα κατεχόμενα εδάφη από την Γερμανία και ορισμένους συμμάχους της. Αυτή η φάση απαιτούσε την δημιουργία εβραϊκών συμβουλίων που έχει επικρατήσει να ονομάζονται στην βιβλιογραφία ως Judenrat. Η ιστορική αξιολόγηση των Judenrat υπήρξε πεδίο έντονης ιδεολογικής διαμάχης την δεκαετία του ’50 στο Ισραήλ για λόγους που αφορούν την ανάδυση του αναγκαίου ιδρυτικού μύθου – σε αυτά η καταδίκη των Judenrat ήταν τόσο απόλυτη όσο και η επικράτηση του λανθασμένου κοινού τόπου οτι οι Εβραίοι των Γκέτο είχαν πάει ως πρόβατα στη σφαγή. Εκτοτε, ιδιαίτερα μετά την δεκαετία του ’70, έχει αναδυθεί η ακαδημαϊκή μελέτη του Ολοκαυτώματος και έχουν γραφεί χιλιάδες μελέτες για τα εκατοντάδες Judenrat σε όλη την Ευρώπη. Ολες διαπίστωσαν το γεγονός οτι η πολιτική που ακολούθησε κάθε Judenrat – αντίσταση, παθητική/ενεργητική συνεργασία – έπαιξε ελάχιστο ρόλο στα ποσοστά επιβιωσιμότητας των κοινοτήτων. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός οτι όπως ορθά παρατηρεί ο Γ.Γκλαρνέτατζης οτι σε καιρούς κρίσης πρέπει “ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις”. Ακόμα και αν η συνεργασία του Κόρετς δεν έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην τελική κατάληξη της οικογένειας μου – που ήταν η δολοφονία της – αυτό δεν αναιρεί το γεγονός οτι την κρίσιμη στιγμή έλειψε η απαραίτητη διορατικότητα που απαιτείται από έναν ηγέτη. Με άλλα λόγια ποτέ κανείς δεν αμφισβήτησε οτι ο Κόρετς απέτυχε σε καιρούς που η αποτυχία ήταν έγκλημα.

Αλλά η καταγραφή της σταδιοδρομίας και η αξιολόγηση της στάσης του – ΔΕΝ – είναι ο σκοπός του άρθρου εδώ. Αλλωστε είναι αδύνατον να γίνει όταν το Ολοκαύτωμα στη Θεσσαλονίκη είναι ανεξερεύνητο και υπάρχει βαθύτατη άγνοια για το συνολικό φαινόμενο του Ολοκαυτώματος. Ούτε οι απόψεις της Ρένας Μόλχο ή της Μίνα Ρόζεν που ξένισαν τον Γ.Γκλαρνέτατζη αποτελούσαν κείμενα που ασχολούνταν με τον Κόρετς, αν μου επιτρέπεται να κάνω αυτή την παρατήρηση έχοντας ιδία γνώση. Ο Κόρετς με τον οποίον ασχολούνται είναι η σκιά των πράξεων του που χρησιμοποιήθηκε από Εβραίους και Χριστιανούς για να δημιουργηθεί μια τεχνητή ιστορική φιγούρα που καλύπτει διαφορετικές ανάγκες για κάθε ομάδα.

Ο “τεχνητός Κόρετς” αντικατέστησε τον “ιστορικό Κόρετς” και αποτέλεσε και αποτελεί ένα εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε με τους τρόπους που έντεχνα και ψύχραιμα περιέγραψε η Ρένα Μόλχο στο Athens Review of Books. Για τους Εβραίους αποτέλεσε ένα όχημα στο οποίο μπόρεσαν να μεταφέρουν τις δικές τους λάθος κινήσεις ή αποτυχημένες εκτιμήσεις. Αποτέλεσε μια βαλβίδα ασφαλείας για την εκτόνωση του συσσωρευμένου θυμού και ανάγκης για τιμωρία, μιας και οι Χριστιανοί συνεργάτες είχαν ενσωματωθεί στο παρακράτος που είχε δημιουργήσει η Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο και ταυτόχρονα απολάμβαναν της ηθικής και υλικής στήριξης των υπόλοιπων Χριστιανών της πόλης. Ενδεικτική είναι η μήνυση τον Σεπτέμβριο του ’45 ενάντια στα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου του ’43 αλλά ακόμα και ανήλικων (!) μελών των οικογενειών τους, ενώ ταυτόχρονα οι Χριστιανοί μένουν στο απυρόβλητο. Για τους Χριστιανούς ο τεχνητός Κόρετς υπήρξε η πέτρα κλειδί στο κατασκεύασμα της χριστιανικής αφήγησης του Ολοκαυτώματος: μια γέφυρα που συνδέει το 1940 με το 1945 και στην οποία το δεξί τόξο στηρίζεται στην αφήγηση οτι οι Χριστιανοί δε μπορούσαν να κάνουν απολύτως τίποτα γιατί οι ηγέτες των Εβραίων δεν τους το επέτρεψαν – ενώ το αριστερό τόξο στο οτι ακόμα και αυτοί που επέζησαν το έκαναν χάρη στην καλωσύνη των Χριστιανών και άρα τους χρωστάνε ευγνωμοσύνη: ο τεχνητός Κόρετς κλειδώνει τα δυο τόξα. Η ισχύς αυτής της αφήγησης είναι τέτοια που ακόμα και οι ίδιοι οι Εβραίοι ενώ αρχικά κατήγγειλαν τον δοσιλογισμό ως εκτεταμένο, στην συνέχεια υιοθέτησαν την χριστιανική αφήγηση στον δημόσιο λόγο τους ως απαραίτητη στρατηγική επιβίωσης. Μια στρατηγική δημόσιου λόγου που όμως δεν απέτρεπε τον παππού μου – κοινό τόπο στο σύνολο των Εβραίων της Θεσσαλονίκης – να λέει: Αν όλοι αυτοί που ισχυρίζονταν οτι έσωσαν εβραίους έλεγαν την αλήθεια, τότε θα έπρεπε έπρεπε να υπάρχουν περισσότεροι εβραίοι Μετά παρά Πριν”.

Στο κείμενο του Γ.Γκαρνέτατζη αυτή η έλλειψη κατανόησης γίνεται περισσότερο καθαρή αν δει κανείς το πως συνοψίζει τις αντιρρήσεις που προσλαμβάνει ως ρεβιζιονισμό. Ξεκινάει με το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο αποτελεί μια άριστη σύνθεση του της υπόθεσης Κόρετς: <<Το ότι η ιστορική μνήμη είναι μια κοινωνική κατασκευή κι επίσης ότι στην Ελλάδα, κι ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, το ζήτημα τη γενοκτονίας των Εβραίων δεν έχει μελετηθεί και συζητηθεί εκτενώς (εκτός του πλαισίου των άμεσα θιγομένων), ακόμη κι ότι είναι βολικό για την εθνική ιστοριογραφία να φορτώσει όλες τις ευθύνες σε κάποιον που ήταν «δυο φορές ξένος», είναι πράγματα που δεν θα αμφισβητήσουμε>>.
Συνεχίζει όμως: <<Όσο για την ένταση του αντισημιτισμού στη μεσοπολεμική Θεσσαλονίκη υπάρχουν πολλές αναφορές στα σημειώματα του αφιερώματος στην ιστορία της πόλης στο alterthess.>>

Αυτή η πρόταση είναι ενδεικτική οτι δεν συνειδητοποιεί οτι η υπόθεση Κόρετς – τόσο του πραγματικού όσο και του τεχνητού – και κατ’επέκταση το ίδιο το Ολοκαύτωμα δεν αφορά  μόνο την μεσοπολεμική Θεσσαλονίκη μέχρι και τον Β’ΠΠ. Κανείς δεν αμφισβητεί οτι αποκλειστικός υπεύθυνος της δολοφονίας δεκάδων χιλιάδων Εβραίων είναι αποκλειστικά η Γερμανία με το σχέδιο “Τελική Λύση” που αποτέλεσε το αποκορύφωμα του Ολοκαυτώματος – κανείς δεν αμφισβητεί την εγκληματική αποτυχία του πραγματικού Κόρετς.  Αλλά ούτε ο τεχνητός Κόρετς δεν είναι ο κύριος υπεύθυνος για το μέγεθος του χαμού και ούτε το Ολοκαύτωμα ευθύνεται για την εξαφάνιση της εβραϊκής κληρονομιάς – και οι δυο παραδοχές αποτελούν έκφραση της ίδιας βίας που εξασφάλισε την επικράτηση της Χριστιανικής αφήγησης του Ολοκαυτώματος. Μια τέτοια άποψη ομοιάζει με την μεταπολιτευτική επινόηση της έννοιας του “στιγμιαίου εγκλήματος” για να εξασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη μετά την Δικτατορία της 21ης Απριλίου. Μπορεί να αποτελεί realpolitik για τους Χριστιανούς/ανάγκη επιβίωσης για τους Εβραίους το ’50 αλλά αποτελεί προσβολή της μνήμης 70 χρόνια μετά.

stdimitriustwo

Ο σημερινός ΙΝ του Αγ.Δημητρίου χρησιμοποίησε εκατοντάδες ταφόπλακες και χιλιάδες τούβλα για την επισκευή του – μετά τον πόλεμο – με σύμμαχο την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Οι εκκλήσεις της Κοινότητας να σταματήσουν την ιεροσυλία, απορρίφθησαν. Ακόμα και σήμερα οι Χριστιανοί πιστοί ακουμπάνε σε εβραϊκές πέτρες…

Για να γίνω ακόμα πιο σαφής: ο “μεταπολεμικός Κόρετς” εφευρέθηκε για να δικαιολογήσει την ηθική αποτυχία των Χριστιανών της πόλης κατά την διάρκεια του πολέμου, ενώ στους γερμανούς δολοφόνους επιρρίφθηκε η ευθύνη για τα μεταπολεμικά εγκλήματα της χριστιανικής κοινότητας της πόλης. Το 1945 επιζούσε ακόμα – αν και τραυματισμένο – το μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο του κόσμου, περισσότερες από 50 συναγωγές, δεκάδες εβραϊκά σχολεία και ένα δίκτυο νοσοκομείων, ιδρυμάτων, ορφανοτροφείων και θρησκευτικών ακαδημιών. Η λεηλασία των εβραϊκών ιδιοκτησιών στην οποία εμπλέκονται χιλιάδες Χριστιανοί, προχώρησε ταυτόχρονα με την καταστροφή της εβραϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς τόσο από τον ταπεινό μαρμαρογλύπτη μέχρι από ευυπόληπτους φορείς όπως η Αρχαιολογική Υπηρεσία ή η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Με άλλα λόγια υπάρχουν δυο εγκλήματα: ένα είναι το Ολοκαύτωμα των Γερμανών και ένα η μεταπολεμική συστηματική καταστροφή της εβραϊκής κληρονομιάς. Τονίζω οτι  δεν αναφέρομαι στην άρνηση ενσωμάτωσης της εβραϊκής γενοκτονίας ως μέρος της τοπικής και εθνικής μνήμης, αλλά στην επικράτηση ενός κλίματος διωγμού, τη συνέχιση βιαιοπραγιών όπως τον βανδαλισμό του νεκροταφείου, την προστασία των μεσεγγυούχων και τον εξαναγκασμό στην εγκατάλειψη συναγωγών, σχολείων και κοινοτικών ιδιοκτησιών. Και ενώ  υπάρχει μια – έστω και περιορισμένη ανάμεσα στο προοδευτικό χριστιανικό κομμάτι της πόλης – διάθεση να αντιμετωπισθεί το πρώτο έγκλημα, σίγουρα αγνοείται το δεύτερο.

Ο Γ.Γκλαρνέτατζης καταλήγει το – κατα τ’άλλα επιμένω εξαιρετικό – άρθρου κάνοντας έναν παραλληλισμό με τις δύσκολες στιγμές σήμερα περνάμε. Παρατηρεί οτι “η υποταγή στην εξουσία είναι καταστροφική για τους εξουσιαζόμενους, τόσο μάλιστα όσο πιο απόλυτη είναι, κι η υποταγή κι η εξουσία”. Θέλω να πάρω αυτή τη διαπίστωση και να την αφαιρέσω από το τυπικό πολιτικό της νόημα και να την απευθύνω στους σύγχρονους θεσσαλονικείς που πιστεύουν στην ανάγκη για να είναι εθνικό ότι αληθές. Είναι στο χέρι τους να αρνηθούν την υποταγή στην ιστορία όπως την δημιούργησαν οι πρόγονοι τους και να τολμήσουν να κάνουν πραγματικές ερωτήσεις. Ερωτήσεις που δεν αντιμετωπίζουν τις εβραϊκές ταφόπλακες στις εκκλησιες και στα σπίτια, τα σβησμένα εβραϊκά γράμματα στις επιγραφές των σχολείων και την εξαφάνισης της εβραϊκής παρουσίας το 2013 ως ένα στιγμιαίο έγκλημα του 1943 όταν ακόμα σήμερα τα σπίτια τους είναι χτισμένα με ταφόπλακες. Η εξουσία της υπάρχουσας αφήγησης – είτε στην δεξιά της εκδοχή του εγγενούς εβραϊκής αυτοπροδοσίας, είτε στην αριστερή της διεφθαρμένης συντηρητικής ηγεσίας –  είναι καταστροφική για τον ηθικό ιστό αυτής της πόλης. Τα εγκλήματα του 1943 συνεχίζουν να υφίστανται, ενώ τα εγκλήματα μετά το ’45 χρειάζονται μια νηφάλια συζήτηση και ανάληψη ευθυνών στο πλαίσιο μιας συμφιλίωσης. Αυτό το θάρρος και η εντιμότητα είναι απαραίτητες προυποθέσεις όχι μόνο για μια διαφορετική επίλυση του Judenfrage που η Χρυσή Αυγή αποδεικνύει επίκαιρο, αλλά για την επιβίωση της ίδιας της Ελλάδας και των ανθρώπων της στους καιρούς της χειρότερης κρίσης από τον Β’ΠΠ και μετά.

Σε κάθε γενιά σύγχρονος Θεσσαλονικιός βρίσκεται, όπως ο παλαιότεροι, μπροστά στο ερώτημα που τέθηκε στον Κόρετς και στο «ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις». Είναι στο χέρι του να κάνει μια διαφορετική επιλογή από αυτή που έκαναν οι παππούδες και οι γονείς του.