Α, ρε Vlad Ţepeş που μας χρειάζεται…

Πίστευα πάντα ότι όλα έχουν και ένα όριο. Κάθε φορά όμως ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης φροντίζει να μου θυμίζει ότι στην γελοιότητα δεν υπάρχει όριο. Πως μπορώ αλλιώς να χαρακτηρίσω το “μασκάρεμά” του; Να θεωρήσω ότι αφού είναι τιμώμενο πρόσωπο και αυτός με την σειρά του τιμά τους οικοδεσπότες του;
Καλό το photo opportunity που θα λέγανε στα ποντιακά, αλλά τουλάχιστον ας αρχίσει κάποια στιγμή να σέβεται την θέση στην οποία κάποιοι τον τοποθετήσανε.
Σε περίπτωση που τον αδικώ και η κίνησή του ήταν πράγματι για να τιμήσει και όχι να τιμηθεί με φλας, να του χαρίσω και έν ποίημα, αν και ξέρω ότι τα απεχθάνεται, βλάχικο, παρμένο από εδώ.
Πέντε πασάδες κίνησαν από την Ιμπραΐλα, στράτευμα φέρνουν περισσό,
πεζούρα και καβάλα, σέρνουν και τόπια δώδεκα και βόλια χωρίς μέτρο.

Έρχεται κι’ ο Τσαπάνογλους από το Βουκουρέστι, έχει ανδρείο στράτευμα,
όλο Γιανιτσαραίους, στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια.
Τότ’ ο Γιωργάκης φώναξεν’ από το μοναστήρι: Πού είστε, παλικάρια μου,
λεβέντες μ’ ανδρειωμένοι; γλήγορα ζώστε τα σπαθιά, πάρετε τα τουφέκια,
πιάστε τον τόπο δυνατά, πιάστε τα μετερίζια,
ότι Τουρκιά μας πλάκωσε και θέλει να μας φάει.

Δίχως ψωμί, δίχως νερό, τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
βαριά βαρούσαν τον εχθρό κάτου στο Κομπουλάκι.
Τούρκων κεφάλια έκοψαν κοντά στις τρεις χιλιάδες.
Και ο Φαρμάκης φώναξεν από το μοναστήρι: Αφήστε τα τουφέκια σας,
σύρετε τα σπαθιά σας, γιουρούσι απάνω κάμετε, στον Άη Λιάν εβγήτε.
Οι Τούρκοι το εχάρηκαν, τρέχουν στο μοναστήρι.
Τότ’ ο Φαρμάκης, ζωντανός, φώναξ’ από του Σέκου:
Που είσαι, Γιώργο μ’, αδερφέ και πρώτε καπετάνιε;
Τουρκιά πολλή μας πλάκωσε και θέλει να μας φάει.
Ρίχνει τα τόπια σα βροχή, τα βόλια σα χαλάζι.
Ο Γιώργης τότ’ είχε χαθεί, και πλέον δεν τον είδαν
Ο Γιώργης είχε σκοτωθεί, τα βόλια δεν τ’ ακούει

Όπως θα έλεγε και ο κύριος με τα γυαλιά της δεύτερης φωτογραφίας : “Τα συμπεράσματα δικά σας”

Pingback: Η μνήμη μιας πόλης « We are not alone